Ο οικισμός Φορτώσι

Κι όμως οι «άγονες γραμμές» υπάρχουν
Χωρίς ρεύμα παραμένει ο οικισμός Φορτώσι

Της ΕΛΕΝΗΣ ΧΟΛΕΒΑ
Φανταστείτε μια ζωή χωρίς ρεύμα, χωρίς θέρμανση, χωρίς πρόσβαση ή δυνατότητα φυγής από το σπίτι σας. Πώς θα ήταν; Μάλλον δύσκολη. Τη στιγμή που κάποιοι μιλούν για ανάπτυξη παντού και για όλους, την εποχή που σχεδιάζουμε ευφάνταστα έργα τρισεκατομμυρίων ευρώ και ξοδεύουμε ασύστολα δημόσιο χρήμα, κάποιοι δεν έχουν ακόμη και τα αυτονόητα. Υπάρχουν σπίτια που ακόμη δεν έχουν ρεύμα αποδεικνύοντας ότι οι «άγονες γραμμές» δεν έχουν σβήσει από το χάρτη της κατά τα άλλα ανεπτυγμένης περιοχής μας. Αν δυσκολεύεστε να το πιστέψετε μια βόλτα στο ορεινό Φορτώσι του Δήμου Αιθήκων θα σας πείσει.
Ο όμορφος οικισμός όμορφα…σκοτεινιάζει
Το Φορτώσι υπάγεται στο Δήμο Αιθήκων. Οι λιγοστοί κάτοικοι ψηφίζουν και φορολογούνται ωστόσο ακόμη και σήμερα το μόνο που ζητούν είναι το ίδιο με αυτό που ζητούσαν το 1965: Ρεύμα. Στο σύνολό της η διαδρομή μέχρι τον οικισμό σε προϊδεάζει για ότι θα συναντήσεις φτάνοντας εκεί. Περνώντας τη Μεσοχώρα κατεβαίνοντας προς τον Αχελώο ο δρόμος σταματάει απότομα. Ο χωματόδρομος συνεχίζει στην άλλη άκρη του ποταμιού. Αλήθεια πόσο κοστίζει μια γέφυρα; Θα μείνουμε με την απορία και θα περάσουμε απέναντι. Μετά από λακκούβες, χαλασμένο δρόμο και ποταμίσιες πέτρες συναντούμε τον πρώτο οδοιπόρο τον κ. Τσιάντα. Ψαρεύει στο ποτάμι με το πρώτο μοντέλο χειροποίητης «πεταλούδας», όπως μας λέει και ο ίδιος δείχνοντας με περηφάνια τον αυτοσχέδιο αλιευτικό μηχανισμό.

Στη συνέχεια της απαράμιλλης ομορφιάς διαδρομής είναι πολλές οι φορές που σκέφτεσαι αν τελικά θα υπήρχε όφελος από όποια οικιστική ανάπτυξη της περιοχής. Εύκολο να το σκεφτόμαστε εμείς…δύσκολο να το ζούνε οι άνθρωποι που έχτισαν εκεί τις ζωές τους. Στο πρώτο σπίτι που συναντήσαμε είδαμε και τα πρώτα σημάδια ανθρώπινης ζωής. Η οικογένεια Τσιγαρίδα μας καλωσορίζει στο σπιτικό της. Το μπουχαρί είναι αναμμένο, το Φθινόπωρο μπήκε και το κρύο επιβάλλει θέρμανση αλλά που καλοριφέρ…χωρίς ρεύμα. Στο μικρό κουζινάκι επικρατούν συσκευές με ξύλα και υγραέριο κάθε τι άλλο θα ήταν περιττό. Η κα. Ελευθερία ετοιμάζει φαγητό και γνέθει. Πρόκειται για μια αυτόχθονη οικογένεια όπως και οι υπόλοιπες του οικισμού. Καλλιεργούν τη γη, ψαρεύουν και κυνηγούν. Σπάνια θα φύγουν από την περιοχή αφού ο δρόμος είναι τέτοιος που δεν επιτρέπει συχνές μετακινήσεις.
Η ζωή χωρίς ρεύμα
Η ζωή στα σπίτια χωρίς ηλεκτροδότηση είναι δύσκολη. Όπως μας λέει και η κα. Ελευθερία μπορεί να έχει συνηθίσει αλλά οι δυσκολίες παραμένουν αξεπέραστες πια. «Είμαι μεγάλη γυναίκα. Έχω κουραστεί τόσα χρόνια να ταλαιπωρούμαι ενώ μπορώ να έχω μια πιο άνετη ζωή. Δεν θέλω να φύγω από το σπίτι μου χωρίς ουσιαστικό λόγο». Στην κουβέντα μπαίνει και ο γιος της κας Ελευθερίας ο Κώστας. «Ο κόσμος προχωρά. Όλα γύρω μας αλλάζουν κι όμως εμείς παραμένουμε έτσι: μόνοι στα σκοτάδια. Τι ζητούμε μόνο ρεύμα. Το αυτονόητο αγαθό». Γιατί όμως κάτι τόσο αυτονόητο δεν είναι δυνατό να φτάσει μέχρι αυτούς τους ανθρώπους; Στα δύο χιλιόμετρα, στην απέναντι κορυφή στέκεται κολώνα της ΔΕΗ, ένα καλώδιο και μία παροχή ρεύματος θα αρκούσαν…όλα ίσως να ήταν αλλιώς αν κάποιοι δεν έφεραν ως δικαιολογία ότι πρόκειται για κατακλυζόμενη περιοχή. Τι σημαίνει όμως αυτό; Μέχρι τότε γιατί θα πρέπει αυτοί οι άνθρωποι να παραμένουν στην αθέατη πλευρά της ανάπτυξης τη στιγμή που διατηρούνε ζωντανή μια περιοχή που θα είχε σβήσει; Κάπως έτσι λέει ο πατέρας της οικογένειας ο κ. Ηλίας έφυγε ο κόσμος. Λίγο πιο πέρα το πέτρινο «σχολειό» που κάποτε φιλοξενούσε 70 περίπου παιδιά στέκει ερείπιο: από τη φθορά του χρόνου ή από την αδιαφορία άραγε;
Δεν μπορείς ούτε να αρρωστήσεις
Στην παρέα θα προστεθεί κι ένας ακόμη γείτονας. Μόνος πια περιμένει εδώ και χρόνια να ασφαλτοστρωθεί ο δρόμος και να δει λάμπα να ανάβει στο μοναχικό του δωμάτιο. Όπως μας λέει στο Φορτώσι δεν μπορείς να αρρωστήσεις. Αν σου συμβεί πού θα πας, πώς θα περάσεις το ποτάμι; Στην ερώτηση «και τι κάνετε όταν η αρρώστια χτυπάει την πόρτα», η απάντηση σε κατακεραυνώνει «πέφτουμε στο κρεβάτι και προσευχόμαστε».
«Χορταίνεις άνθρωπο»
Κουβέντα με την κουβέντα το τραπεζάκι της αυλής γεμίζει με εδέσματα της κας Ελευθερίας. Πάνω ακριβώς από το σπίτι ένας αετογέρακας κάνει κύκλους, εδώ θεριά και άνθρωποι έχουν ένα κοινό, είναι πλάσματα μιας γνήσιας δήλωσης της φύσης. Κάπου εκεί στριφογυρίζει στα αυτιά σου το τραγούδι του Χατζή «καλά να τους έχει ο Θεός, μας κόψαν απόψε το φως». Οι άνθρωποι εδώ τουλάχιστον μιλούν, επικοινωνούν. Μόνη συντροφιά από τον έξω κόσμο το ραδιόφωνο και οι εφημερίδες των επισκεπτών. Όλα αυτά βέβαια είναι ρομαντικά για αυτούς που δεν μένουν εκεί, γι’ αυτούς που ο δρόμος της επιστροφής θα τους γυρίσει σε μια σύγχρονη άνετη ζωή. Για όσους μένουν όμως ανάβοντας το βράδυ το «λαδοφάναρο» μένει η φλόγα της ελπίδας ότι κάποιος θα τους θυμηθεί έστω και τώρα.

ΠΗΓΗ (μόνο για το κείμενο): εφ. ΕΡΕΥΝΑ των Τρικάλων

Τυχαίες εικόνες

acheloos1.jpg

Αναλυτικά ο καιρός ΕΔΩ

Πεταλούδες στο χωριό

im1.jpg