Ποιητική διαδρομή στο Αυγό

του ΚΑΡΑΚΙΤΣΙΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ

Ένα πρωί που ξύπνησα κι αγνάντεψα από πέρα,
επήρα την απόφαση να πάω την άλλη μέρα
επάνω στα ψηλά βουνά ΑΥΓΟ και ΞΗΡΟΒΟΥΝΙ.
Τοιμάστηκα και έφυγα μιαν ώρα πριν να φέξει.
Ξεκίνησα απ΄ το ΠΑΛΙΟΧΩΡ΄ κι έφτασα στο ΜΑΝΤΑΝΙ,
ΒΑΘΥΡΕΜΙΩΤΗ πέρασα, πήρα την ανηφόρα.
Στις ΛΑΚΚΕΣ Καρδούτσου έφτασα, στην άκρη στην ΤΡΑΜΠΑΛΑ,
όπου και κοντοστάθηκα να πάρω μιαν ανάσα.
Απέναντι μου το χωριό, η όμορφη ΜΕΣΟΧΩΡΑ.
Ακούω κοκόρια να λαλούν, μανάρια να βελάζουν
τον ΑΣΠΡΟ ακούω να βογγά τ΄ αδέλφια του ζητώντας.
Και σαν εξεκουράστηκα την ανηφόρα πιάνω,
στενά δρομάκια περπατώ, γραβίδια αναμεράω.
Οι πέτρες είν΄ καταδρομής, κανείς δεν τις κλωτσάει.
Αρνιά-κατσίκια δεν περνούν, τσοπάνοι δεν υπάρχουν.
Με πήρε η μέρα κι η αυγή στη ΒΡΥΣΗ Χαλιμούρδα,
κι έκατσα εκεί να πιώ νερό τη δίψα μου να σβήσω.
Βλέπω στα δέντρα ολόγυρα κριπάτσες αραδιασμένες
μα κάπες των τσοπάνηδων δεν είδα κρεμασμένες.
Μοιρολογούν τα έλατα και κλαίνε τα σφεντάμια
ποτέ τους δεν καρτέραγαν μονάχα τους να μείνουν.
Ήτανε μέρα Κυριακή, άκουσα την καμπάνα,
κι ο αχός της με συνόδεψε σ΄ αυτή τη βουβαμάρα.
Με πήρε το παράπονο και το τραγούδι αρχίζω:
"ρημάξανε τα διάσελα κι οι στράτες ερημώσαν".
Κάνω κουράγιο περισσό στο ΞΗΡΟΒΟΥΝΙ φτάνω,
αφήνω πίσω τις λογγιές, τη ΒΑΚΑΡΗ κοιτάζω,
που ΄ναι ντυμένη στα έλατα, στα πράσινα λιβάδια.
Σχέτη μαγεία ήτανε η άποψη εκείνη.
Η ΜΕΣΟΧΩΡΑ φαίνονταν χωριό-κεφαλοχώρι!
Το ΜΠΟΥΚΟΥΡΙ καμαρωτό κι ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ λεβέντης,
και παρακάτω το ΒΑΡΚΑ γραμμένα στολιδάκια.
Από την πίσω τη μεριά, είδα τα βλαχοχώρια:
Δέση, Καμνάι, Τυφλοσέλ΄, Περτούλ΄, Νεραϊδοχώρι.
Κι από εκεί ξεκίνησα τη ράχη περπατώντας,
είδα το μούσχο κίτρινο, το τσάι ανθισμένο,
βρήκα κι έναν αμάρανθο στην πέτρα φυτρωμένο,
απ΄ τις ΚΟΥΠΑΝΕΣ πέρασα και σιγοτραγουδώντας
ανέβηκα ψηλά στ΄ ΑΥΓΟ τριγύρω να κοιτάξω.
Είδα τσ΄ Ηπείρου τις κορφές, τον κάμπο τσ΄ Θεσσαλίας,
τσ΄ Ευρυτανίας τα βουνά κι αυτή την ΚΟΣΤΕΛΑΤΑ.
Τι θέαμα ληταν αυτό ποτέ δε θα ξεχάσω.
Και τον τρουβά μου ξέζωσα, λίγο να ξανασάνω.
'Ανοιξα το κλειδάρι μου τυράκι για να πάρω,
ψωμί και σκόρδο έφαγα, ξεδίψασα και λίγο
κι η καρδιά μου έλεγε ποτέ μου να μη φύγω.
Ωσάν ελάφι κίνησα πίσω για να γυρίσω,
στη ΒΑΚΑΡΗ στην κορυφή, στη βρύση να καθίσω.
Βρήκα τα γιδοπρόβατα να πίνουνε νεράκι.
Σαν έφτασα στα μαντριά του Τόλιου Παπαγιώργη
ορμούν τα τσοπανόσκυλα επάνω, να με φάνε.
Ακούει ο Τόλιος τις φωνές κι έρχεται να με βγάλει:
"Κεμάλ-Μπασούρη, ελάτε εδώ, άστε τον να περάσει".
Με παίρνει στι καλύβι του, βραστόγαλο μου δίνει,
φωνάζ΄ και τον τσοπάνο του να φέρει τσαλαφούτι,
φρέσκο τυρί μου έδωσε μαζί μου για να πάρω.
Αφού τον ευχαρίστησα πήρα την κατηφόρα.
Από τον ΚΟΥΚΟ πέρασα, είδα και τη ΧΑΡΑΡΩ,
τα Κοκαλέικα φαίνονταν, πάνω τα Καλαντζαίικα.
Στις ΚΟΡΟΜΠΛΙΕΣ κατέβηκα, ΠΕΤΡΑΛΩΝΟ και ΛΕΦΑ,
τον μπάρμπα-Μάνθο σκέφτηκα με τα πολλά κοπάδια,
Τον ΤΟΥΡΝΟ είδα στην ποταμιά, τα ΣΠΙΤΙΑ, το ΣΤΟΥΡΝΑΡΙ
είδα την ΤΣΙΟΥΜΑ-ΤΡΑΧΑΝΑ, απόλαυση μεγάλη.
ΠΑΠΠΟΥΛΗ-ΑΛΩΝΙ διάβηκα στο ΔΙΑΣΕΛΟ εβγήκα,
κι άναψα το εικόνισμα κι έκανα το σταυρό μου.
Τη ΣΑΡΜΑΝΙΤΣΑ πάτησα, τον ΜΠΑΛΑΔΗΜΑ είδα
που ΄ναι στ΄ αλήθεια όμορφος με τα τρανά τα κήπια.
Γρήγορα ΣΚΑΛΕΣ πέρασα, στον ΠΥΡΓΟ πέρα βγήκα.
Στο ΔΙΑΣΕΛΑΚΙ κάθησα κι ένιωσα μια γλύκα
γι΄ αυτό που είδα απέναντι κάτω απ΄ τον Αϊ-Γιάννη:
το ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙ π΄ αγαπώ, πού ΄ναι σαν τα διόδια
και το τραγούδι άρχισα κι είπα αυτά τα λόγια:
"Εσένα όμορφο χωριό, γλυκειά μου ΜΕΣΟΧΩΡΑ
ποτέ μου εγώ δεν σε ξεχνώ ούτε στιγμή και ώρα.
Πώς είσαι και πώς θα γενείς μετά από λίγα χρόνια
όταν του ΑΣΠΡΟΥ τα νερά γεμίσουνε τη λίμνη...
Μια αγωνία με κρατά κι ο στεναγμός με πνίγει".

Τυχαίες εικόνες

spitia.jpg

Αναλυτικά ο καιρός ΕΔΩ

Πεταλούδες στο χωριό

im6.jpg